Το εκκαθαριστικό της δήλωσης μπορεί να δείχνει ένα ποσό πολύ υψηλότερο από τον φόρο που υπολογίζατε. Συνήθως η αιτία είναι η προκαταβολή φόρου. Αν αναρωτιέστε «πώς υπολογίζω προκαταβολή φόρου επιχείρησης», η απάντηση ξεκινά από μια βασική διάκριση: δεν πρόκειται για δεύτερο φόρο στα ίδια κέρδη, αλλά για προπληρωμή μέρους του φόρου της επόμενης χρονιάς.
Η προκαταβολή επηρεάζει άμεσα τη ρευστότητα της επιχείρησης, ιδιαίτερα στην πρώτη κερδοφόρα χρήση. Γι’ αυτό χρειάζεται να την υπολογίζετε πριν από την υποβολή της δήλωσης και όχι όταν εμφανιστεί η οφειλή στην ΑΑΔΕ.
Πώς υπολογίζω προκαταβολή φόρου επιχείρησης
Ο βασικός κανόνας είναι απλός: η προκαταβολή υπολογίζεται πάνω στον φόρο εισοδήματος που προκύπτει για το συγκεκριμένο φορολογικό έτος. Δεν υπολογίζεται απευθείας πάνω στον τζίρο ούτε στο σύνολο των λογιστικών κερδών.
Για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες, η προκαταβολή φόρου είναι κατά κανόνα 55% του φόρου εισοδήματος. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, όπως ΙΚΕ, ΕΠΕ, ΑΕ και ΟΕ ή ΕΕ με τα αντίστοιχα φορολογικά χαρακτηριστικά, η προκαταβολή είναι κατά κανόνα 80% του φόρου εισοδήματος.
Με απλά λόγια:
Προκαταβολή φόρου = φόρος εισοδήματος x ποσοστό προκαταβολής
Το ποσοστό είναι το σημείο που αλλάζει ανάλογα με τη νομική μορφή. Επειδή οι φορολογικές ρυθμίσεις μπορεί να μεταβάλλονται, ο τελικός έλεγχος πρέπει να γίνεται με τα στοιχεία της χρήσης που δηλώνετε και όχι με έναν παλιό υπολογισμό.
Παράδειγμα για ατομική επιχείρηση
Ας υποθέσουμε ότι μια ατομική επιχείρηση έχει φορολογητέα κέρδη και, μετά την εφαρμογή της φορολογικής κλίμακας, προκύπτει φόρος εισοδήματος 3.100 ευρώ. Η προκαταβολή θα είναι:
3.100 ευρώ x 55% = 1.705 ευρώ
Πριν ληφθούν υπόψη τυχόν παρακρατήσεις, συμψηφισμοί ή παλαιότερη προκαταβολή, η επιβάρυνση της δήλωσης διαμορφώνεται σε 4.805 ευρώ. Από αυτά, τα 3.100 ευρώ αφορούν τον φόρο του έτους που έκλεισε και τα 1.705 ευρώ αποτελούν πίστωση έναντι του επόμενου φορολογικού έτους.
Παράδειγμα για εταιρεία
Μια ΙΚΕ εμφανίζει φορολογητέα κέρδη 50.000 ευρώ. Με συντελεστή φόρου εισοδήματος 22%, ο κύριος φόρος είναι:
50.000 ευρώ x 22% = 11.000 ευρώ
Η προκαταβολή φόρου υπολογίζεται ως εξής:
11.000 ευρώ x 80% = 8.800 ευρώ
Η αρχική επιβάρυνση από φόρο και προκαταβολή είναι 19.800 ευρώ. Το ποσό αυτό δεν σημαίνει ότι η εταιρεία φορολογείται με 39,6% στα κέρδη της. Σημαίνει ότι πληρώνει τον φόρο της τρέχουσας χρήσης και προπληρώνει μέρος του φόρου της επόμενης.
Η προηγούμενη προκαταβολή μειώνει το πληρωτέο ποσό
Εδώ γίνεται συχνά η μεγαλύτερη παρεξήγηση. Η προκαταβολή που πληρώσατε πέρυσι δεν χάνεται. Συμψηφίζεται με τον φόρο της επόμενης δήλωσης.
Αν, στο παράδειγμα της ΙΚΕ, η εταιρεία είχε πληρώσει ήδη προκαταβολή 8.800 ευρώ για τη χρήση που τώρα δηλώνει και ο νέος φόρος παραμένει 11.000 ευρώ, τότε ο υπολογισμός της εκκαθάρισης είναι:
Νέος φόρος 11.000 + νέα προκαταβολή 8.800 – παλιά προκαταβολή 8.800 = 11.000 ευρώ
Αν η κερδοφορία παραμένει περίπου σταθερή, η προκαταβολή συνήθως εξισορροπείται από χρονιά σε χρονιά. Η πρώτη χρονιά με κέρδη είναι συχνά πιο πιεστική, επειδή δεν υπάρχει προηγούμενη προκαταβολή για συμψηφισμό.
Αντίθετα, όταν τα κέρδη μειώνονται, η προηγούμενη προκαταβολή μπορεί να καλύψει σημαντικό μέρος της νέας οφειλής. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να προκύψει και πιστωτικό υπόλοιπο, ανάλογα με τον τελικό φόρο, τις παρακρατήσεις και τις λοιπές πιστώσεις.
Πότε ισχύει μειωμένη προκαταβολή
Οι νέες επιχειρήσεις έχουν συχνά ευνοϊκότερη μεταχείριση. Για τα πρώτα φορολογικά έτη από την έναρξη της δραστηριότητας, μπορεί να προβλέπεται μείωση της προκαταβολής κατά 50%, υπό τις προϋποθέσεις της ισχύουσας νομοθεσίας.
Η ρύθμιση αυτή είναι ουσιαστική για έναν νέο επαγγελματία ή μια νέα εταιρεία που χρειάζεται κεφάλαιο κίνησης. Δεν εφαρμόζεται όμως μηχανικά σε κάθε περίπτωση. Η ημερομηνία έναρξης, η νομική μορφή, το είδος της δραστηριότητας και το αν πρόκειται πραγματικά για πρώτη επιχειρηματική έναρξη χρειάζονται σωστό έλεγχο.
Υπάρχει επίσης δυνατότητα αίτησης για μείωση της προκαταβολής όταν τεκμηριώνεται ουσιαστική μείωση του εισοδήματος της επόμενης χρήσης. Η διαδικασία έχει προϋποθέσεις και χρονικά όρια. Δεν αρκεί μια γενική εκτίμηση ότι «η χρονιά δεν πάει καλά» – απαιτούνται στοιχεία που να στηρίζουν την προβλεπόμενη μείωση.
Τι δεν μπαίνει στον υπολογισμό με τον τρόπο που νομίζετε
Η προκαταβολή δεν επιβάλλεται πάνω στον ΦΠΑ. Ο ΦΠΑ είναι διαφορετική υποχρέωση, που συνδέεται με τις πωλήσεις και τις αγορές σας. Επίσης, δεν προκύπτει από τις ασφαλιστικές εισφορές, τη μισθοδοσία ή τον τζίρο ως αυτοτελές ποσοστό.
Βεβαίως, όλα αυτά επηρεάζουν έμμεσα το τελικό αποτέλεσμα. Οι εκπιπτόμενες επαγγελματικές δαπάνες, η σωστή καταχώριση εξόδων, οι αποσβέσεις, οι ζημιές προηγούμενων χρήσεων όπου επιτρέπεται ο συμψηφισμός και οι παρακρατούμενοι φόροι μπορούν να μεταβάλουν τον φόρο εισοδήματος. Και όταν αλλάζει ο φόρος εισοδήματος, αλλάζει και η προκαταβολή.
Αυτός είναι ο λόγος που ένας πρόχειρος υπολογισμός με βάση τον τζίρο οδηγεί συχνά σε λάθος συμπέρασμα. Δύο επιχειρήσεις με ίδιο τζίρο μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική προκαταβολή, επειδή έχουν διαφορετικά έξοδα, κέρδη, νομική μορφή και φορολογικές πιστώσεις.
Πώς να προγραμματίσετε σωστά τη ρευστότητά σας
Η προκαταβολή φόρου δεν πρέπει να εμφανίζεται ως ξαφνική επιβάρυνση. Μπορεί να προβλεφθεί αρκετά νωρίς, εφόσον παρακολουθείτε συστηματικά την εικόνα της επιχείρησης.
Από τα μέσα της χρήσης, μια πρόβλεψη κερδών βοηθά να εκτιμήσετε τον πιθανό φόρο και να κρατήσετε διαθέσιμο μέρος της ρευστότητας. Όσο πλησιάζει το κλείσιμο της χρονιάς, ο έλεγχος των εξόδων, των αποσβέσεων, των παρακρατήσεων και των στοιχείων myDATA δίνει πιο ασφαλή εικόνα.
Χρειάζεται προσοχή όμως: ο στόχος δεν είναι να γίνονται δαπάνες χωρίς επιχειρηματικό λόγο μόνο και μόνο για να μειωθεί ο φόρος. Μια δαπάνη πρέπει να είναι πραγματική, να εξυπηρετεί τη δραστηριότητα, να έχει τα σωστά παραστατικά και να εκπίπτει φορολογικά. Η νόμιμη μείωση του φορολογικού βάρους βασίζεται στην οργάνωση, όχι σε κινήσεις πανικού λίγο πριν από τη δήλωση.
Τα συχνότερα λάθη που κοστίζουν
Πρώτο λάθος είναι να θεωρείται η προκαταβολή προαιρετική. Εφόσον προκύπτει από τη δήλωση, αποτελεί βεβαιωμένη φορολογική οφειλή και ακολουθεί το πρόγραμμα καταβολής που ορίζει η εκκαθάριση.
Δεύτερο λάθος είναι να μην υπολογίζεται η παλιά προκαταβολή. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι πληρώνετε κάθε χρόνο διπλάσιο φόρο, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει συμψηφισμός.
Τρίτο λάθος είναι η χρήση ενός σταθερού ποσοστού για κάθε επιχείρηση. Άλλο ο ελεύθερος επαγγελματίας, άλλο η ατομική επιχείρηση με ειδικά δεδομένα και άλλο μια κεφαλαιουχική εταιρεία. Η σωστή απάντηση απαιτεί να δούμε τη δική σας φορολογική εικόνα.
Η προκαταβολή θέλει έλεγχο πριν από την υποβολή
Πριν οριστικοποιηθεί η δήλωση, αξίζει να ελεγχθούν ο φόρος που προκύπτει, το ποσοστό της προκαταβολής, η τυχόν μειωμένη προκαταβολή για νέα δραστηριότητα, οι παρακρατήσεις και το ποσό που μεταφέρεται από την προηγούμενη χρήση. Ένας σωστός έλεγχος προλαμβάνει τόσο την υπερπληρωμή όσο και τις δυσάρεστες εκπλήξεις στον προγραμματισμό πληρωμών.
Στην TaxConsultant – Παναγιωτή εξετάζουμε τη συνολική εικόνα της επιχείρησης, ώστε η δήλωση να μην είναι απλώς μια υποχρέωση που υποβάλλεται, αλλά ένα εργαλείο σωστής φορολογικής και ταμειακής διαχείρισης. Κλείσε ραντεβού πριν από την υποβολή, ειδικά αν πρόκειται για την πρώτη κερδοφόρα χρήση ή αν τα φετινά κέρδη διαφέρουν σημαντικά από πέρυσι. Η έγκαιρη πρόβλεψη αφήνει χώρο για αποφάσεις – η εκ των υστέρων έκπληξη συνήθως όχι.